Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

Ανέκδοτο

Μια φορά ήταν ένας που βρισκόταν σε μια ερημική περιοχή κάπου βόρεια. Ήταν χειμώνας, έκανε παγωνιά. Έκανε ώτο- στοπ για να πάει στην πόλη. Η ώρα ήταν πρασμένες 2:00 μετά τα μεσάνυχτα. Από τα αυτοκίνητα που περνούσαν κανένα δεν σταμάτησε. Τα χέρια του είχαν κοκαλώσει, μελάνιασε από το κρύο.

Καταλάβαινε πως αν ...
δεν σταματήσει κάποιος μέσα σε λίγη ώρα θα έφτανε το τέλος του. Ελπίδες δεν είχε. Σκέφτηκε και είπε ε! αφού θα πεθάνω που θα πεθάνω ας ξαπλώσω στη μέση του δρόμου για να με βρουν. Εκεί που ξάπλωσε, από μακρυά βλέπει ένα αυτοκίνητο να έρχεται με μικρή ταχύτητα, σηκώνεται τρέχει, ανοίγει την πόρτα μπαίνει μέσα. - Ααχ! παράδεισος είναι εδώ.

Χίλια ευχαριστώ που σταμα... στα.. Γυρίζει και βλέπει το κάθισμα του οδηγού άδειο. Το τραύλισμα άρχισε να μετατρέπεται σε πανικό όταν το αυτοκίνητο συνέχιζε να προχωράει! Αμάν το αμάξι είναι στοιχειωμένο! Έκανε να ανοίξει την πόρτα να κατέβει, αλλά ο τσουχτερός αέρας του άλλαξε το μυαλό.

- Πριτς! που θα κατέβω! Στοιχειωμένο, ξεστοιχειωμένο εγώ εδώ θα μείνω. Το αυτοκίνητο εν τω μεταξύ συνέχιζε την πορεία του κανονικά, είχε μπει στην εθνική και κάπου αργότερα έστριψε σʼ ένα βενζινάδικο και πήρε βενζίνη. Σε λίγο ανοίγει η πόρτα του οδηγού, και μπαίνει ένας μέσα.

- Αχ! μη! μη κύριε, μη μπαίνετε σʼ αυτό το αμάξι! Eίναι στοιχειωμένο!
- Ποιό στοιχειωμένο ρε! Aπʼ τα διόδια το σπρώχνω! Share on Facebook